Νταούλι

Η πανελλήνια ονομασία του είναι νταούλι ή ταβούλι ή νταβούλι ή τούμπανο, τύμπνανος, τούμπανος. Στη Μυτιλήνη λέγεται και τουμπανέλι ή γκμπαντέλι, στη Δυτική Ρούμελη και τσοκάνι. Λέγεται επίσης άργανο και ταμπούρλο.

Το νταούλι, με τη μορφή που το συναντούμαι σήμερα, είναι γνωστό από τους Βυζαντινούς χρόνους. Το πόσο μάλιστα διαδεδομένο ήταν, τόσο σε κοσμικές, όσο και σε θρησκευτικές εκδηλώσεις,φαίνεται από τις πολλές και ποικίλες βυζαντινές και μεταβυζαντινές απεικονίσεις του σε τοιχογραφίες και ξυλόγλυπτες παραστάσεις τέμπλων και άλλων εκκλησιαστικών διακοσμητικών μοτίβων, κυρίως σε μοναστήρια.

Ιστορικές μαρτυρίες βεβαιώνουν ότι ήταν ένα από τα πολεμικά όργανα που εμψύχωνετους μαχητές και δημιουργούσε πανικό στον εχθρό. Σε συνδυασμό μάλιστα με το ζουρνά δημιουργούσε παιάνες και θούριουςτέτοιους, που έκανε τον εχθρό να το βάζει στα πόδια. Σύμφωναμε διασταυρωμένες πληροφορίες οι οργανοπαίκτες του Ρουμλουκιού αποτελούσαν μέρος του σουλτανικού στρατού.

Το νταούλι -ένας ξύλινος κύλινδρος, σκεπασμένος στις δύο παράλληλες βάσεις του με δέρμα, τεντωμένο με σκοινί- είναι ένα ρυθμικό, κυρίως, όργανο, που παίζεται με δύο ειδικά φτιαγμένα νταουλόξυλα. Φτιάχνεται σε διάφορα μεγέθη: η διάμετρος κάθε δερμάτινης επιφάνειας είναι από 25 εκ. έως ένα περίπου μέτρο, και το ύψος (η απόσταση ανάμεσα στις δύο δερμάτινες επιφάνειες) από 20 έως 60 περίπου εκατοστά. Το μέγεθος του νταουλιού το καθορίζουν δύο κυρίως παράγοντες: η παράδοση, που ποικίλει από περιοχή σε περιοχή και ο νταουλιέρης, που «φτιάχνει το νταούλι στα μέτρα του», ανάλογα με το μπόι και το πάχος του, τα μακριά ή κοντά χέρια του κλπ. Τα τελευταία χρόνια, κι ιδιαίτερα μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αρχίζουν να φτιάχνουν όλο και μικρότερα νταούλια, ακόμη και στις περιοχές που από παράδοση είχαν πάντα μεγάλα.

Το νταούλι παίζεται με δύο ξύλα -ένα στο κάθε χέρι- τα νταουλόξυλα ή ταμπουνόξυλα ή νταουλόβεργες. Το ξύλο του αριστερού χεριού, ή βέργα ή βίτσα, είναι πολύ λεπτό και ελαφρύ, ενώ του δεξιού, ο κόπανος, είναι κοντύτερο και βαρύτερο, και φτιάχνεται σε διάφορα σχήματα και διαστάσεις. Το μήκος του κόπανου, το βάρος και ο όγκος της άκρης που χτυπάει τη δερμάτινη επιφάνεια εξαρτώνται από το μέγεθος του νταουλιού και από τη σωματική διάπλαση του νταουλιέρη.

Όταν φτιάχνουν ένα νταούλι, ο νταουλιέρης, που είναι συνήθως και ο κατασκευαστής του, φροντίζει η μία από τις δύο δερμάτινες βάσεις να είναι 1-2 εκατοστά περίπου μεγαλύτερη και το δέρμα της να είναι χοντρύτερο σε σύγκριση με την απέναντι βάση. Έτσι, η μεγαλύτερη και με χοντρύτερο δέρμα επιφάνεια, όπου ο κόπανος χτυπάει τους ισχυρούς χρόνους του μέτρου, δίνει βαρύτερο ήχο, ενώ η απέναντι, μικρότερη και με λεπτότερο δέρμα επιφάνεια, πάνω στην οποία χτυπάει η βέργα τους αδύνατους χρόνους του μέτρου, δίνει οξύτερο ήχο. Σήμερα σπάνια συναντάμε νταούλια με τη μία βάση μεγαλύτερη και σκεπασμένη με πιο χοντρό δέρμα από την άλλη.

Ο νταουλιέρης ή ταουλτζής, ή τυμπανάρης, ή ταμπουρλής και ταμπουρλιέρης, «κουρντίζει» το νταούλι του με το σφίξιμο του σκοινιού. Όσο όμως, και αν, στα νταούλια των καλών νταουλιέρηδων είναι φανερή η διαφορετική τονική οξύτητα ανάμεσα στις δύο δερμάτινες επιφάνειες, δε μπορούμε να μιλούμε για καθορισμένη τονική σχέση ανάμεσα στις δύο αυτές επιφάνειες.

Ο νταουλιέρης παίζει όρθιος, με το νταούλι του κρεμασμένο απ' τον αριστερό ώμο. Όταν το κρεμάει, προσέχει να έχει δεξιά του τη δερμάτινη επιφάνεια που δίνει το βαρύτερο ήχο. Σε αυτή την επιφάνεια χτυπάει με το χονδρό ξύλο, τον κόπανο (δεξιό χέρι), τους ισχυρούς χρόνους του μέτρου.Όταν όμως το γλέντι γίνεται σε κλειστό χώρο, ο νταουλιέρης παίζει καθιστός. Κρατάει το νταούλι πάνω στον αριστερό μηρό και το χτυπάει με τις παλάμες και τα δάκτυλα στη μία μόνο πλευρά. Με το δεξί χέρι χτυπάει τους ισχυρούς χρόνους του μέτρου και με το αριστερό -που ακουμπάει το νταούλι, συγκρατώντας το έτσι πάνω στο πόδι- τους αδύνατους χρόνους.

Η κατασκευή ενός νταουλιού απαιτεί λεπτούς χειρισμούς και κυρίως υπομονή όσον αφορά την επεξεργασία του δέρματος. Σύμφωνα με την παράδοση το καλύτερο είναι αυτό του γαϊδάρου, μετά του λύκου και μετά του βοδιού. Για την επίπονη και βρώμικη αυτή κατεργασία του δέρματος ακολουθούνται κυρίως δύο τρόποι: Αφού γδάρουν το δέρμα με πολύ προσοχή, ώστε να μην κοπεί και δημιουργηθούν τρύπες,το αφήνουν τεντωμένο σε μια χιαστή να ξεραθεί στον ήλιο καινα φύγουν τα νερά του, αφού προηγουμένως το πασπαλίσουν με χοντρό αλάτι, προσθέτοντας και λίγη στύψη. Αφού τραβήξουν τα νερά του, τότε το ξεκρεμάνε και το βάζουν μέσα σε σβησμένο ασβέστη με νερό για 5 περίπου μέρες, με σκοπό να πέσουν οι τρίχες του. Μετά το καθαρίζουν με μια σπάτουλα ή και με ένα κομμάτι γυαλί και αφαιρούν λύπη και άλλα ανεπιθύμητα εξογκώματα. Αφού τελειώσει και η επεξεργασία αυτή, το αλείφουν με χοιρινό λίπος ή λάδι για να στέκει μαλακό και να μην σπάσει. Ακολουθεί το τέντωμαστις διαστάσεις που θέλουν, σε δυο ξύλινα στεφάνια. Τα στεφάνια αυτά προσαρμόζονται με καβύλιες στις δύο ξύλινες βάσεις. Στη συνέχεια ανοίγουν, ανά δέκα περίπου εκατοστά, τρύπες, περιμετρικά στο δέρμαv και περνούν από μέσα σχοινί και το σφίγγουν πάνω στο σκελετό. Η κυλινδρική επιφάνεια του νταουλιού είναι ξύλινη και σήμερα γίνεται από κόντρα πλακέ. Παλιότερα, για να συμπληρωθούν οι διαστάσεις της επιφάνειας αυτής, που μπορεί να έφτανε τα 60 εκατοστά φάρδος και τα δύο περίπου μέτρα μήκος, απαιτούσε τέχνη και επιμονή μεγάλη γιατί με ειδικά τσιβιά, περτσίνια και κλειδιά έπρεπε να ενωθούν τα κομμάτια του ξύλου έτσι ώστε να μην αφήνουν τον αέρα να περνάει παρά μόνο από τις δυο, τρεις ή και τέσσερις τρύπες, ή κάποτε, και τη μία που άνοιγαν επίτηδες για να ξεθυμαίνει ο αέρας που μαζεύονταν από το παίξιμο και τις μεγάλες παλμικές κινήσεις την ώρα του παιξίματος.

Παλιοί νταουλτζήδες λένε ότι το κάθε κατέβασμα του κόπανου πάνω στο δέρμα έχει τόση δύναμη που μπορεί να σκοτώσει και μοσχάρι «αν το πετύχεις στο σταυρό».

Το νταούλι παίζεται με συγκεκριμένη τεχνική και η τέχνη του χτυπήματος είναι κυρίαρχη στην μελωδία, το ίδιο και το σφίξιμο, δηλαδή το κούρδισμα του νταουλιού, απαιτεί γνώση και δεξιοτεχνία και το αποτέλεσμα είναι αυτό που ξεχωρίζει νταουλτζή από νταουλτζή.

Σε ορισμένες ζυγιές, το νταούλι έχει μια κάποια «τονική» σχέση με το ζουρνά που συνοδεύει.Με την πολύχρονη μουσική συμβίωση, που κάποτε κρατάει μια ολόκληρη ζωή, ο νταουλτζής συνηθίζει σιγά-σιγά την κλίμακα, στην οποία παίζει τις μελωδίες του ο ζουρνάς, εφόσον πρόκειται για τον ίδιο ζουρνά. Την συνηθίζει, δηλαδή, την ακούει από μέσα του τόσο, ώστε όταν τεζάρει το σχοινί του νταουλιού του, όταν δηλαδή το «κουρντίζει», η δερμάτινη επιφάνεια που κτυπάει ο κόπανος να δίνει ένα ήχο που «κολλάει», όπως λένε, με τη φωνή του ζουρνά, δηλαδή, με την πέμπτη ή την τέταρτη τονική της κλίμακας, στην οποία παίζει ο ζουρνάς.

Έτσι το νταούλι -ότανσε μιαζυγιά παρατηρείται αυτό το φαινόμενο- παράλληλα με την κύρια λειτουργία του, την«αντιστικτική», ρυθμική συνοδεία, λειτουργεί και σαν «αρμονικό», όπως θα μπορούσαμε να πούμε, όργανο.

Συνοδεύει δηλαδή, τη μελωδία του ζουρνά με μια δυσδιάκριτη, υποτυπώδη «αρμονία», με ένα «ίσο»,γνωστό στον Έλληνα μουσικό, τόσο από το βυζαντινό μέλος, όσο και από το παίξιμο άλλων λαϊκών οργάνων,όπως της γκάιντας, της λύρας κ. ά.

Φόρμα Σχολίων

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.
CAPTCHA
This question is for testing whether or not you are a human visitor and to prevent automated spam submissions.
4 + 0 =

Solve this simple math problem and enter the result. E.g. for 1+3, enter 4.